Σκηνικό:
Δευτέρα του Κατακλυσμού, απογευματάκι, φάγαμε και γλύψαμε τα δάκτυλα μας σε Λιβανέζικο της παλιάς Λευκωσίας και πίναμε το φραπεδάκι μας διαβάζοντας εγχώριο τύπο σε καφέ στη Λήδρας.
Ο κόσμος ούτε λίγος ούτε πολύς, να απολαμβάνει τη βόλτα του αυτό το υπέροχο απόγευμα. Μπροστά μας να κάθεται ένας μεσήλικας άντρας που γυρεύκει κόσμο στα τηλέφωνα, αλλά κανένας δε φαίνεται να του απαντά. Επαράγγειλε το δευτερόλεπτο που έκατσε τζαι άψεν το τσιάρο του.
Σε κάποια φάση (από τις πολλές) αποφασίζω να μοιραστώ κάτι που διάβαζα με το Μωρό, όταν βλέπω να αφαιρείται απ'αυτά που έλεγα, να δίννει το βρύδιν του κόμπο, να κοιτάζει αφηρημένα-προσηλωμένα κάτι στις 40 μοίρες αριστερά που τη φάτσα μου. Διακόπτει με ευγενικά, σηκώνεται, πιάνει κάτι που τον πεζόδρομο στις 40 μοίρες αριστερά που τη φάτσα μου, ήταν ποτσίαρο, τζαι σβήνει το με σθένος μες στο τασάκι του μεσήλικα άντρα που εκάθετουν μπροστά μας.
Δεδομένου ότι είχαμε κι εμείς τασάκι, δίννω με τη σειρά μου το βρύδιν μου και ρωτώ "αγάπη..;!;!" το δευτερόλεπτο πριν ακόμα κάτσει το Μωρό στην καρέκλα του (ναι κάποτε είμαι λλίο φούρνος). Κάθεται, παίρνει δυο-τρία δευτερόλεπτα και μου λέει:
"ΕΠΕΤΑΞΕΝ ΤΟ ΠΟΤΣΙΑΡΟΝ ΤΟΥ ΧΑΜΕ"
Κοιτάζω στο τραπεζάκι του "κυρίου", το τασάκι ήταν α κ ρ ι β ώ ς μπροστά του.
"ΕΒΑΡΚΕΤΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΣΗΚΩΣΤΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΤΑΣΑΚΙ"
Δευτέρα του Κατακλυσμού, απογευματάκι, φάγαμε και γλύψαμε τα δάκτυλα μας σε Λιβανέζικο της παλιάς Λευκωσίας και πίναμε το φραπεδάκι μας διαβάζοντας εγχώριο τύπο σε καφέ στη Λήδρας.
Ο κόσμος ούτε λίγος ούτε πολύς, να απολαμβάνει τη βόλτα του αυτό το υπέροχο απόγευμα. Μπροστά μας να κάθεται ένας μεσήλικας άντρας που γυρεύκει κόσμο στα τηλέφωνα, αλλά κανένας δε φαίνεται να του απαντά. Επαράγγειλε το δευτερόλεπτο που έκατσε τζαι άψεν το τσιάρο του.
Σε κάποια φάση (από τις πολλές) αποφασίζω να μοιραστώ κάτι που διάβαζα με το Μωρό, όταν βλέπω να αφαιρείται απ'αυτά που έλεγα, να δίννει το βρύδιν του κόμπο, να κοιτάζει αφηρημένα-προσηλωμένα κάτι στις 40 μοίρες αριστερά που τη φάτσα μου. Διακόπτει με ευγενικά, σηκώνεται, πιάνει κάτι που τον πεζόδρομο στις 40 μοίρες αριστερά που τη φάτσα μου, ήταν ποτσίαρο, τζαι σβήνει το με σθένος μες στο τασάκι του μεσήλικα άντρα που εκάθετουν μπροστά μας.
Δεδομένου ότι είχαμε κι εμείς τασάκι, δίννω με τη σειρά μου το βρύδιν μου και ρωτώ "αγάπη..;!;!" το δευτερόλεπτο πριν ακόμα κάτσει το Μωρό στην καρέκλα του (ναι κάποτε είμαι λλίο φούρνος). Κάθεται, παίρνει δυο-τρία δευτερόλεπτα και μου λέει:
"ΕΠΕΤΑΞΕΝ ΤΟ ΠΟΤΣΙΑΡΟΝ ΤΟΥ ΧΑΜΕ"
Κοιτάζω στο τραπεζάκι του "κυρίου", το τασάκι ήταν α κ ρ ι β ώ ς μπροστά του.
"ΕΒΑΡΚΕΤΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΣΗΚΩΣΤΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΤΑΣΑΚΙ"
Τακτοποιήθηκε πρόχειρα στις κατηγορίες
Και με πιάνει ένας pellarus...,
Κάπνισμα,
ΣΙΚ
10
τσιουτσίσαν
|




